Ενας «βαπορισιος αγροτης»

Filis Kaitazis | www.sofokleousin.gr
Δημοσίευση: 12.10.2015
 

«Στην θάλασσα ταξίδεψα συνολικά πεντέμισι χρόνια και γνώρισα τριάντα τρεις χώρες ωσπου μια μερα ναυαγησαμε». Έτσι επεισοδιακά κατέληξε πίσω στο νησί του που του βγήκε σε καλό παρά τις δυσκολίες ο Γιώργος Νάρλης και αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο τα του βίου του: Αγρότισσα η μάνα και ο πατέρας «πετροκόπος»-, έβγαζε πέτρες και με αυτές έκτιζαν τα σπίτια. Εγώ και οι δύο αδελφές ξυπόλυτες, το ίδιο και ο πατέρας μας.

Τα καλοκαιράκια μετά τα δέκα μου φόρτωνα το γαϊδουράκι ζαρζαβατικά και γύρναγα τα χωριά πουλώντας την πραμάτεια. Όλα ξερικά. Νερό τότε σε όλο το νησί δεν υπήρχε. Σχεδόν όλα τα λαχανικά και τα όσπρια ήταν «άνυδρα».

Στα δεκαπέντε μου έφυγα για Πειραιά για να σπουδάσω. Ήθελα να γίνω ναυτικός. Δουλειά το πρωί, σχολείο το βράδυ. Τέσσερα χρόνια.Τεσσερα ακόμη φτωχά χρόνια. Στα δεκαοκτώ μου έκανα το πρώτο μπάρκο. Στην θάλασσα ταξίδεψα συνολικά πεντέμισι χρόνια και γνώρισα τριάντα τρεις χώρες. Ωσπου μια μέρα ναυαγήσαμε. Πέρασα ένα βράδυ μέσα σε μία σωσίβια λέμβο στον Ινδικό Ωκεανό πριν μας περιμαζέψει ένα φιλιππινέζικο βαπόρι.

Τότε ήταν που γύρισα πίσω και είπα να κάνω κάτι στον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα, την Σίφνο: Τρία δωμάτια, μία τουαλέτα, ένα ντους έξω από το αμπέλι με τριάντα δραχμές την ημέρα, ήταν η πρώτη μου επιχείρηση στις αρχές του 1980.

Στην συνέχεια μεγάλωσα την δουλειά και έκανα δωμάτια εξοπλισμένα με τουαλέτα μέσα και ζεστό νερό. Η τιμή ανέβηκε στις 120 δραχμές την ημέρα. Με τις τριάντα όμως είχα πελάτες, με τις 120 σχεδόν κανέναν. Είπα αλλαγή πορείας… Άρχισα να δουλεύω πιο πολύ το αγρόκτημα μας που απέκτησε αρκετό νερό με γεώτρηση κι έτσι έγινε πιο παραγωγικό. Οι παλιές άνυδρες varieties έδωσαν την θέση τους σε άλλες με υβρίδια όμως. Η παραγωγή ήταν μεγαλύτερη. Τα χρόνια πέρναγαν αλλά είχαν αρχίσει και οι δυσκολίες του ανταγωνισμού με τα προϊόντα που έμπαιναν στο νησί από την Αθήνα. Σιγά σιγά τα καθαρά προϊόντα τέλος, αποτέλεσμα της πιο εντατικής γεωργίας.

Μετά ήρθε η κρίση που επέφερε ακόμη ένα μεγάλο πλήγμα γιατί ο κόσμος ξέχασε τα ποιοτικά και κοίταζε μόνο τα φθηνά. Η κρίση όμως έδιωξε και τους Έλληνες επισκέπτες από το νησί, αυξάνοντας τους ξένους. Ξανάρχισαν πάλι οι απαιτήσεις για καλύτερα προϊόντα που πήραν αξία. Είπα λοιπόν να ενεργοποιήσω μία άδεια παραγωγού και να ανοίξω λίγο την δουλειά. Αλλά το τοπίο με την γραφειοκρατία στην Ελλάδα για επιχειρήσεις είναι ομιχλώδες. Θέλησα να κάνω το κτήμα επισκέψιμο γιατί παρατήρησα το μεγάλο ενδιαφέρον των τουριστών για τις αγροτικές δουλειές αλλά και την διάθεση τους να μάθουν για το πώς παράγονται τα αγαθά σε ένα νησιωτικό τόπο.

Ρώτησα τους αρμόδιους τι πρέπει να κάνω για να λειτουργεί το κτήμα ως μοχλός ανάπτυξης για την δουλειά μου ούτως ώστε να μου αποφέρει και χρήματα. Να αναφέρω ότι ήθελα να συνδυάσω την παραγωγική διαδικασία με την σιφνέικη μαγειρική με την παράδοση μαθημάτων γύρω από όλα αυτά μέσα στον χώρο του αγροκτήματος. Μπορείς να το κάνεις μου είπαν αλλά όχι επαγγελματικά διότι πρέπει να φτιάξεις ένα κτήμα-κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Με άλλα λόγια μια αιθουσα- εστιατόριο που χαλάει τελείως αυτό που θέλουμε να πουλήσουμε, την παράδοση.

Διότι οι προδιαγραφές όπως το θέλουν αλλοιώνουν αυτό που θέλει να πάρει ο επισκέπτης, την ζεστή ατμόσφαιρα της παράδοσης και όχι ένα κρύο χώρο. Στο εξωτερικό υπάρχουν μικρά αγροκτήματα όπως το δικό μου με ένα επίσης ανάλογο αλλά αξιόλογο χώρο υποδοχής.

Εδώ δυστυχώς το γράμμα του νόμου καταστρέφει την ουσία κρατώντας τον τύπο. Παράλληλα με τις δυσκολίες αυτές κοίταξα να ξαναανακαλύψω σε ό,τι αφορά στην καλλιέργεια τις παλιές ποικιλίες. Έψαξα τον περασμένο χειμώνα σπόρους, εκατό χρόνων πριν, που ζουν και υπάρχουν σε ξερικά Fie. Τα πρώτα δείγματα είχαν επιτυχία. Ένα είδος αχλαδιού μάλιστα που δεν υπάρχει από όσο μου λένε οι ξένοι αλλού στον κόσμο έχει κάνει εντύπωση.

Οι μικρές αγροτικές επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν μεγάλο κλήρο στενάζουν διότι σε κάθε τους δραστηριότητα όπως η αγροτοτουριστική συναντούν την οικονομίστικη πολιτική του κράτους και των υπηρεσιών που μας βλέπουν σαν δεξαμενή χρημάτων χωρίς να βλέπουν και τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε βαδίζοντας μόνοι μας με βάρκα την ελπίδα και την καλή ψυχή μας.

Αναρωτιέμαι πότε θα καταλάβει η κεντρική διοίκηση ότι την διάθεση την έχουμε και πως χωρίς χρήματα από το κράτος αλλά με ενδιαφέρον και διάλογο μπορούμε να κάνουμε θαύματα.